Μ᾿ ἕνα κόκκινο μολύβι
ἔγραψα τ᾿ ὄνομα σου
νὰ τρυπάει τὸ λευκὸ στὴ σελίδα
καὶ νὰ φτύνει τὸ ἀδιάφορο.

Advertisements

Στις σπηλιές του Κιέβου
οι σημύδες φρουροί της ομορφιάς
της ησυχίας
Οσιακό τοπίο, άκριτο
Οι σκίουροι μελωδούν την κίνησή τους
κρεσέντο της ζωής

Αργεί να ξημερώσει

Αργεί να ξημερώσει.
Ο ήλιος τεμπελιάζει πίσω από τα σύννεφα
σαν πόρνη βραδινή, ξενυχτισμένη.
Φτιάχνω καφέ για να μετρήσω στις φουσκάλες
την πρωινή μου μοναξιά.

Αφήνω πίσω το κακό,
σαν τη νυχτιά που φεύγει.
Δεν θα ξεχάσω τη νυχτιά
μα δε θα τηνε πάρω προίκα.

Τὸ ταξίδι.

Ἀρνήθηκα τὴν συναλλαγή μὲ τὸν βαρκάρη στὰ νερά τῆς Ἀχερουσίας. Στὸ ἁπλωμένο χέρι του, τίναξα τὴν στάχτη ἀπὸ τὸ τσιγάρο ποὺ εἶχα στὰ χείλη. Δὲν μάζεψε τὸ χέρι· σίγουρα δὲν εἶμαι ὁ πρῶτος ποὺ τὸν περιφρονεῖ καὶ σίγουρα θὰ νικηθῶ στὸ τέλος ὅπως ὅλοι. Ὅμως ὄχι τώρα, ὄχι σήμερα. Τὴν μνᾶ θὰ τὴν κρατήσω. Στ’ ἀπόνερα τῆς βάρκας, βλέπω τή ζωή νὰ συνεχίζεται.
Στὸ βλέμμα του τὸ ἄδειο δὲν φοβήθηκα. Τὸν κοίταξα στὰ μάτια, μάτια ὅμως δὲν εἶχε. Μὲ κοίταζε πάντα μὲ τὸ χέρι ἁπλωμένο. Χαμογέλασα στραβά «Πλάκα ἔχεις. Περιμένεις νὰ σὲ φοβηθῶ καὶ νὰ σου παραδοθῶ; δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶμαι στὴ βάρκα καὶ νὰ σὲ βλέπω. Τὸ ταξίδι δὲν τὸ φοβᾶμαι γιατί ξέρω. Ξέρω, πὼς ὁ Ἄδης ἀπέναντι εἶναι νεκρός, καὶ ἡ ζωή συνεχίζεται πέρα ἀπό τὰ ποτάμια καὶ τὴν λίμνη σου». Τὸ χέρι του ἔκλεισε καὶ κατέβηκε. Στὸ ἄδειο ἀνέκφραστο πρόσωπο εἶδα μιὰ σκιά ἀπογοήτευσης· παροδική. Ὕστερα τέντωσε τὸ χέρι του καὶ το ξανάνοιξε. «Εἶσαι ἐπίμονος ἤ δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις κι ἀλλιῶς; Ὅπως καὶ νὰ ἔχει ἡ ἀλλαγῆ ἤ ἄν θές τὸ πέρασμά μου ἀπέναντι θὰ γίνει ὅταν τὸ θέλω ἐγώ καὶ ὅπως θέλω ἐγώ.»

Ἡ βάρκα του συνέχιζε νὰ ταξιδεύει στὴν λίμνη μαζί μὲ πολλές ἄλλες, χωρίς νὰ πιάνει στεριά. Τὴν ἔφτιαξε σύμφωνα μὲ τὸ προσωπικό του γοῦστο καὶ βολεύτηκε γιὰ τὰ καλά. Πέρασαν χρόνια κι ἡ ἀδιαφορία του γιὰ τὸ ἁπλωμένο χέρι, ἔκανε τὸν βαρκάρη ἀόρατο καὶ πάλι. Ἄλλοτε στεκόταν ὄρθιος καὶ ἀγνάντευε τὸ τοπίο τῆς λίμνης μὲ τίς ἄλλες βᾶρκες καὶ τοὺς ταξιδιῶτες τους καὶ προσπαθοῦσε νὰ συλλάβει τὸ “σχέδιο”. Ἔτσι πίστευε στὴν ἀρχή. Ὅτι ὑπάρχει ἕνα σχέδιο ποὺ ἀκολουθεῖται καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸ ἀνακαλύψει. Μάταια ὅμως. Δὲν μπόρεσε νὰ τὸ ἀνακαλύψει καὶ τότε ἦταν ποὺ ἔστρεψε τὴν προσοχή του σε μιὰ πιὸ οὐσιαστική ἐπικοινωνία μὲ τους ἄλλους ταξιδιῶτες. Κάπου κάπου, κάποια βάρκα ἄραζε στὴ στεριά καὶ τὸ βλέμμα του τὸ αἰχμαλώτιζε ἡ ἔξοδος τοῦ ἐπιβάτη της. Κι ἄλλοτε ἄφηνε τὰ χέρια του νὰ κρέμονται δεξιά κι ἀριστερά ἔξω ἀπὸ τὴν βάρκα νὰ βρέχονται στὰ νερά τῆς λίμνης ποὺ τίποτα δὲν ἀντανακλοῦσαν· ποτέ. Τότε, ἐρχόταν σ᾿ ἕναν ἔντονο ἐσωτερικό διάλογο προσπαθῶντας νὰ ἑρμηνεύσει τοὺς ἄλλους ταξιδιῶτες καὶ τὸ ταξίδι τους, βάσῃ αὐτῶν ποὺ ἔκανε ὁ ἴδιος στὴ δική του βάρκα, στὸ δικό του ταξίδι.
Οἱ ἑρμηνευτικοί του θρίαμβοι, πολλές φορές, εἶχαν τόσες ποικίλες ἀνατροπές ὅσο καί οἱ ἐναλλαγές τῶν χρωμάτων σ᾿ ἕναν ἀνθισμένο κάμπο τὴν Ἄνοιξη. Σχεδόν ὅλες του οἱ κρίσεις τὸν ὁδηγούσανε σὲ ἀποφατικές καὶ τελεσίδικες ἑρμηνεῖες, καὶ ὅλες ἀνατρέπονταν στὴν πορεία τοῦ χρόνου. «Πῶς νὰ καταλάβω τὶ γίνεται γύρω μου, ὅταν πολλές φορές παίρνω τὴν σωστή ἀπόφαση γιὰ ᾿μένα καὶ μετά ἀποδεικνύηται λάθος;». Μιὰ σειρά ἀπὸ εὐτυχῶς ἀνώδυνες ἀνατροπές τῶν κρίσεών του καὶ τῶν συμπερασμάτων του, τὸν ἔμαθε νὰ δέχεται τὰ γεγονότα χωρίς νὰ κρίνει, χωρίς νὰ κατηγοριοποιεῖ. «Ἐπὶ τέλους,» ἔλεγε «ἄφησα πίσω μου την τήβενο τοῦ Δικαστή».
Τὸ ταξίδι του στὴν Ἀχερουσία συνεχιζόταν χωρίς ἑρμηνεῖες, καὶ μὲ λιγότερο βάρος. Ἡ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ταξιδιῶτες γινόταν πιὸ ἐλεύθερα ἀπὸ μέρους του. Δὲν προσπαθοῦσε νὰ δείξει τὸ “λάθος” καὶ τὸ “σωστό” σὲ κανέναν. Δὲν ἤθελε νὰ πείσει κανέναν ταξιδιώτη γιὰ τίποτα. «Ὁ καθένας στὴ βάρκα του, κάνει τὸ ταξίδι του», ἔλεγε. Κατάλαβε πὼς ἡ ἀξία τῶν γεγονότων στὴ ζωή του ἦταν αὐθαίρετη. Ἴδια συμβάντα σὲ διαφορετικές ἐποχές, εἶχαν τελείως διαφορετική βαρύτητα κι ἀξία.
Θυμήθηκε τὴν ἀρχή τοῦ ταξιδιοῦ του. Περπατοῦσε στὸ λιβάδι καὶ φτάνοντας στὸ τρίστρατο, ἔπρεπε νὰ διαλέξει ποιόν ποταμό θά πάρει. Ὁ πρῶτος, ὁ δεξιός ἦταν ὁ Κωκυτός. Πολύ δρᾶμα καὶ κλάμα καὶ δὲν τοῦ πήγαινε καθόλου. Ὁ δεύτερος στὸ κέντρο, ἦταν ὁ Πυριφλεγέθων. Ὡραῖος· πολύ ὡραῖος. Μὲ χρώματα· πολλά χρώματα κι ὅλα πολύ ἐντυπωσιακά. Στράφηκε κατ᾿ εὐθεῖαν στὸ μονοπάτι τοῦ Ἀχέροντα. Ἕνα ποτάμι ἁπλό, ποὺ δὲν θὰ γινόταν τὸ κέντρο τῆς προσοχῆς στὴν πορεία του. Αὐτό ἤθελε· νὰ ἔχει τὸν ἔλεγχο.       Φτάνοντας στὸν ποταμό τὸν περίμενε μιὰ ἄδεια βάρκα. Ἦταν δικιά του. Τὸ ἤξερε βαθιά μέσα του πὼς ἦταν ἡ δικιά του βάρκα. Ὅταν μπῆκε μέσα, ἡ βάρκα κινήθηκε ἐλεύθερα, ἀκολουθῶντας τὴν ροή τοῦ ποταμοῦ.
Τὸ ταξίδι ἦταν εὐχάριστο. Τὰ τοπία ἐναλλάσσονταν, καὶ ὅλα ἦταν καινούργια. Ἀκόμα κι ὅταν χάθηκε στὴν καταβόθρα καὶ ταξίδευε ὑποχθόνια στὰ μυστικά σπήλαια τοῦ Ἀχέροντα μὲ τοὺς σταλακτῖτες καὶ τοὺς σταλαγμῖτες νὰ χάσκουν σὰν δόντια μυτερά σὲ στόμα θηρίου, δὲν φοβήθηκε. Τὸν κατέλαβε μιὰ ἄγρια χαρά. Πέρναγε ἀνάμεσά τους κι ἀνάμεσα σὲ κολῶνες κάθε πάχους. Ὅλα ἱκανά νὰ τσακίσουν τὴν βάρκα του καὶ νὰ βρεθεῖ ἕρμαιο στίς δίνες τοῦ ποταμοῦ. Κάθε κίνδυνος τὸν ἔκανε νὰ χαίρεται περισσότερο. Εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐρωτεύεται καὶ τὸ ταξίδι καὶ τὸν ποταμό. Ω, ναὶ. Εἶχε κάνει τὴν τέλεια ἐκλογή. Μέσα ἀπὸ ἕνα φαινομενικά ἐπικίνδυνο ἄνοιγμα ποὺ τὰ πάντα συγκλίνανε καὶ οἱ ἀφροί πνίγανε τὴν εἰκόνα, ὁ ποταμός βγῆκε στὴν ἐπιφάνεια ἀφήνοντας πίσω του την χθόνια διαδρομή του.
Στὴν νέα αὐτή ἐξέλιξη, τὴν ἔκπληξη διαδέχθηκε ἡ περιέργεια. Ὁ ἐπιβάτης προσπαθοῦσε νὰ πάρει τὸν ἔλεγχο τῆς πορείας. Τὴν λαγουδέρα δὲν μπόρεσε νὰ τὴν φτάσει καὶ νὰ τὴν χειριστὴ ποτέ· κι ἁπλά συμβιβάστηκε. Ὁ βαρκάρης τότε ἦταν ἀόρατος καὶ οἱ ἑλιγμοί τῆς βάρκας τοῦ φαινόντουσαν παράξενοι. Προσπάθησε νὰ ἐλέγξει τὴν πορεία μὲ μετάθεση τοῦ βάρους καὶ χίλια δυό ἄλλα κόλπα ποὺ σκαρφίστηκε. Μάταια ὅμως. Ὅταν ἔφτασε στὴν Ἀχερουσία, κατάλαβε ὅτι αὐτό εἶναι τὸ τελευταῖο μέρος τῆς διαδρομῆς του· κι ἄναψε ἕνα τσιγάρο.
Στὰ νερά τῆς Ἀχερουσίας ἐμφανίστηκε γιὰ πρώτη φορά ὁ βαρκάρης. Τότε ὁ ἐπιβάτης κατάλαβε ὅτι ἦταν πάντα ἐκεῖ.

«Αὐτός ξέρει τὰ πάντα γιὰ ᾿μένα. Δὲν ἔχω μυστικά. Νόμιζα πὼς εἶχα, ἀλλὰ δὲν ἔχω. Ὁ Ἀόρατος μ᾿ ἔκανε Διάφανο.
»Ἔχει τὸ ἕνα χέρι στὴ λαγουδέρα καὶ τὸ ἄλλο ἁπλωμένο σε ᾿μένα. Ἐπαιτεῖ; τὶ ἐπαιτεῖ; νὰ δώσω τέλος στὸ ταξίδι μου;». Μὲ αὐθάδεια καὶ θράσος περισσό, τίναξε τὴ στάχτη ἀπὸ τὸ τσιγάρο του στὴν ἀνοιγμένη παλάμη.
Πέρασαν χρόνια. Ὁ ἐπιβάτης ξαπλωμένος στὴν πλώρη, εἶχε ἀφήσει τὰ χέρια του νὰ κρέμονται δεξιά κι ἀριστερά ἀπὸ τὴ βάρκα. Μὲ τὴν ἀνάστροφή τοὺς νὰ ταξιδεύουν στὰ νερά καὶ νὰ δροσίζεται.

«Ποτέ δὲν εἶχα τὸν ἔλεγχο στὴ ζωὴ μου. Ὀ Ἀόρατος ἄκουγε τὰ σχέδιά μου, τὶς ἐπιθυμίες μου, κι ἄλλοτε μου ἔκανε τὰ χατίρια, κι ἄλλοτε ὄχι. Στὴν οὐσία, τὸ μόνο ποὺ διαχειρίστηκα καὶ συνεχίζω νὰ διαχειρίζομαι, εἶναι τὰ συναισθήματά μου καὶ τὴν ἀξία ποὺ ἔδινα στὰ τσαλίμια του.
»Πόσο λάθος ἔκανα στὶς ἑρμηνεῖες μου! Τελικά αὐτό τὸ ἁπλωμένο χέρι ἐπαιτεῖ τὴ ζωή μου ἤ τὴν συμφιλίωση τοῦ Ἀόρατου μὲ ᾿μένα, τόν Διάφανο;»
Σηκώθηκε, ἅπλωσε τὸ χέρι του, κι ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ βαρκάρη γυρνῶντας τὸ στὸ πλάϊ. Κοιτάζοντάς τὸν σταθερά, χαμογέλασε. Τὸ πρόσωπο τοῦ βαρκάρη φωτίστηκε κι ἀπέκτησε τὰ ἴδια ἁδρά χαρακτηριστικά τοῦ ἐπιβάτη. Ἕνα ἀδιόρατο, σχεδόν διάφανο, χαμόγελο φώτισε πιὸ πολύ τὸ πρόσωπό του. Ἀγκάλιασε δυνατά τὸν βαρκάρη κι αὐτός ἀνταποκρίθηκε μὲ τὴν ἴδια θέρμη. Ὕστερα κρατήθηκαν, ἔτσι ἀντικρυστά, ἀπὸ τους ὤμους καὶ τὰ πλευρά. Τ᾿ ἀμοιβαία χαμόγελα εἶχαν ἑδραιωθεῖ ἀπὸ τὴν εὐτυχία. Λόγια δὲν ἀντάλλαξαν· ὁ βαρκάρης γύρισε στὸ τιμόνι του καὶ ὁ ἐπιβάτης στὴν πλώρη του. Ἠ κουκούλα ἔπεσε στοὺς ὤμους του καὶ μαζί μὲ τὸν μανδύα ἔγιναν ροῦχα ἁπλά, καθημερινά. Στὸ πρόσωπο τοῦ βαρκάρη δὲν ταίριαζε πιὰ καμμία σκιά.
Τὸ ταξίδι τοὺς συνεχίστηκε γι᾿ ἀρκετά χρόνια ἀκόμα. Ὁ ἐπιβάτης ἀπολάμβανε τὰ τοπία τῆς στεριᾶς κι ἀντάλλασσε εὐτυχισμένα χαμόγελα μὲ τὸν βαρκάρη του. Ὅταν ὁ βαρκάρης ἔστρεψε τὴν βάρκα πρὸς τὴν στεριά, εἶχε διαλέξει τὸ πιὸ ὄμορφο μέρος γιὰ τὸν ἐπιβάτη του. Ἡ προσάραξη ἦταν ὁμαλή. Ὁ ἐπιβάτης σηκώθηκε καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ χέρι· ἐγκάρδια. «Σ᾿ εὐχαριστῶ» τοῦ εἶπε καὶ κατέβηκε. Ὁ βαρκάρης τὸν ἀκολούθησε καὶ μπῆκε μέσα του. Ἔγιναν ἕνα. Στράφηκε κι εἶδε τὴ βάρκα ν᾿ ἀπομακρύνεται μὲ μιὰ ψηλόλιγνη φιγούρα στὸ τιμόνι τῆς βάρκας μὲ μαῦρο μανδύα καὶ κουκούλα νὰ σκεπάζει τὸ πρόσωπο. Κατευθυνόταν πρὸς τὸ ποτάμι κι ὅταν μπῆκε στὰ νερὰ του, ὁ βαρκάρης ἔγινε ἀόρατος δίνοντας τὴν ἐντύπωση πὼς ἡ βάρκα ταξιδεύει μόνη της.

Κατάσταση αναμονής

Αναμένοντας τον θάνατό σου, αναρωτήθηκα για την ζωή που ψεύτικα επέλεξες να ζήσεις. Πώς άντεξες, το κίβδηλο να το κάνεις ρούχο; Να το ταξιδέψεις λόγια στις καρδιές όλων των ανθρώπων που σ’ εμπιστεύτηκαν. Αγάπησες ποτέ κάτι ή κάποιον αληθινά πέρα από τον εγωισμό σου;
Από την οξεία σου όραση δεν ξέφευγε η εικόνα του πόνου που τους έσπερνες, ούτε η απορία. Κι όμως συνέχιζες και συνεχίζεις.
Ίσως ο πόνος των άλλων να είναι η καταξίωσή σου. Ίσως να ήταν η ηδονή σου, αλλά δεν θέλω να πιστέψω ότι έφτασες τόσο χαμηλά.
Ξέρω όμως ότι τώρα, ακόμα και η μετάνοια δεν έχει νόημα για ‘σένα.
Αναμένοντας τον θάνατό σου, αναμένω μια λύτρωση. Κι όταν έρθει με το καλό η σειρά μου, να σκεπάσει η σιωπή την ύπαρξη,εύχομαι να μην σε δω πότε ξανά.
Αντίο μάνα.